
Στην πολλά υποσχόμενη αναπτυξιακή τροχιά της ελληνικής οικονομίας φαίνεται να «ποντάρει» η Capital Economics, στεκόμενη στο πλαίσιο υπεραπόδοσης έναντι της ευρύτερης Ευρωζώνης τα επόμενα χρόνια και στον όγκο του δημόσιου χρέους που θα συνεχίζει να υποχωρεί.
Οι οικονομολόγοι αναμένουν ανάπτυξη της τάξεως του 2% το 2025 και 1,9% το 2026, με ανεργία στο 8,9% και στο 8,1% αντίστοιχα κατά μέσο όρο και δείκτη δημόσιου χρέους στο 147% και στο 141% από 155% για φέτος.
Σύμφωνα με την Capital Economics, η αναπτυξιακή δυναμική της ελληνικής οικονομίας επιβραδύνθηκε στο 0,3% στο τρίτο τρίμηνο και σε τριμηνιαία βάση μετά την ισχυρή ανάπτυξη κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους. Εν τω μεταξύ, οι έρευνες για το επιχειρηματικό κλίμα υποδηλώνουν ότι η ανάπτυξη θα επιβραδυνθεί ελαφρώς περισσότερο το επόμενο διάστημα.
Αν και οι επενδύσεις συρρικνώθηκαν απότομα το τρίτο τρίμηνο, θα συνεχίσουν να αποτελούν «καταλύτη» για την ανάπτυξη τα επόμενα τρίμηνα, υποβοηθούμενες από τις εκταμιεύσεις του Ταμείου Ανάκαμψης. Η κατανάλωση των νοικοκυριών αναμένεται επίσης να αυξηθεί σταθερά τα επόμενα δύο χρόνια. Το εργατικό δυναμικό έχει μειωθεί ελαφρώς φέτος και η αύξηση της απασχόλησης έχει «παγώσει», ωστόσο, η αύξηση των πραγματικών μισθών ενισχύει τα πραγματικά εισοδήματα των νοικοκυριών, γεγονός που αναμένεται να διατηρήσει την αύξηση της πραγματικής κατανάλωσης με εύλογο ρυθμό.
*******
Η Citi αυξάνει τις τιμές-στόχους για τις ελληνικές τράπεζες καθώς δεν φαίνεται να την απασχολούν τα κυβερνητικά τέλη και οι υποχρεωτικές δωρεές για την κατασκευή σχολείων.
Η Citi προχωρά σε προσαρμογή των εκτιμήσεών της για τα μεγέθη των ελληνικών τραπεζών τόσο φέτος όσο και για το 2025 και το 2026 ενώ παράλληλα αλλάζει και τις εκτιμήσεις της για τη διανομή μερισμάτων έπειτα από τα σχέδια που ανακοίνωσαν οι διοικήσεις των τεσσάρων συστημικών τραπεζών για επιτάχυνση της απόσβεσηε των αναβαλλόμενων φορολογικών πιστώσεων (DTCs).
Ο αμερικανικός οίκος Citi σχολιάζει ότι τα κυβερνητικά μέτρα θα έχουν μικρή έως ελάχιστη επίδραση στα κέρδη ανά μετοχή των τραπεζών τα επόμενα έτη, ενώ η μετάβαση στο 2026 της αποτίμησης και οι αυξημένοι δείκτες διανομής μερισμάτων οδηγούν σε αύξηση των τιμών στόχων σε τρεις από τις τέσσερις ελληνικές τράπεζες, ενώ σε όλες τις μετοχές η σύσταση αγορά παραμένει.
Στο καλό σενάριο για τη Eurobank η τιμή στόχος ανέρχεται στα 3,40 ευρώ και το κακό σενάριο στα 2 ευρώ. Για την Alpha Bank, καλό σενάριο η τιμή στόχος ανέρχεται στα 2,80 ευρώ και το κακό σενάριο στα 1,35 ευρώ. Στο καλό σενάριο για την ΕΤΕ η τιμή στόχος ανέρχεται στα 11,25 ευρώ και το κακό σενάριο στα 6,75 ευρώ. Τέλος, στο καλό σενάριο για την Τράπεζα Πειραιώς η τιμή στόχος ανέρχεται στα 6,50 ευρώ και το κακό σενάριο στα 3,80 ευρώ.
Τα περιθώρια πτώσης για τις τραπεζικές μετοχές , ακόμα και στο κακό σενάριο της Citi είναι 2,1% για την Πειραιώς, ΕΤΕ 13%, 16% Alpha Bank και 9,1% για τη Eurobank. Στον αντίποδα, στο θετικό σενάριο, τα περιθώρια ανόδου για τις τραπεζικές μετοχές της Citi είναι 68% για την Πειραιώς, ΕΤΕ 46%, 74% Alpha Bank και 55% για τη Eurobank.
*******
Η ανοδική πορεία της ελληνικής οικονομίας συνεχίστηκε το τρίτο τρίμηνο του έτους, με το πραγματικό Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) να αυξάνεται κατά 2,4% και 0,3% σε ετήσια και τριμηνιαία βάση αντίστοιχα. Συνολικά το πρώτο εννεάμηνο του 2024, το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,3% σε ετήσια βάση, μία από τις υψηλότερες επιδόσεις μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωζώνης και σημαντικά υψηλότερη του μέσου όρου αυτής (0,6%), σύμφωνα με το οικονομικό report της Alpha Bank.
Η επίδοση αυτή καταδεικνύει την ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας, η οποία ενισχύει το αναπτυξιακό της προφίλ εν μέσω ενός ασταθούς διεθνούς περιβάλλοντος, στο οποίο αναδύονται νέες προκλήσεις. Αναφέρονται ενδεικτικά η όξυνση των εντάσεων στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, η επίδραση στην ευρωπαϊκή οικονομία από την εμπορική πολιτική που θα ακολουθήσει η νέα αμερικανική ηγεσία, αλλά και η πολιτική αστάθεια σε Γερμανία και Γαλλία.
Ένα από τα συμπεράσματα που εξάγονται από την ανάλυση των συνιστωσών της ενεργού ζήτησης είναι η αυξημένη συμμετοχή των επενδύσεων στο ΑΕΠ της χώρας, μολονότι η άνοδος των επενδύσεων το πρώτο εννεάμηνο (2,2%) ήταν ηπιότερη των προσδοκιών. Συγκεκριμένα, μετά τη μεγάλη πτώση που κατέγραψε από το 2008 μέχρι το 2014, το ποσοστό των επενδύσεων στο ΑΕΠ σταθεροποιήθηκε στην περιοχή του 11%-12% μέχρι το 2019 ενώ έκτοτε αυξήθηκε, φθάνοντας σταδιακά στο 15,8% το πρώτο εννεάμηνο του 2023 και παραμένοντας σε παρόμοια επίπεδα και το αντίστοιχο διάστημα του τρέχοντος έτους.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Υπουργείου Οικονομικών που περιλαμβάνονται στον Προϋπολογισμό του 2025, οι επενδύσεις αναμένεται να αυξηθούν κατά 8,4% το 2025. Παράλληλα, το ποσοστό τους στο ΑΕΠ αναμένεται να ανέλθει στο 17,5% έναντι 20,8% στην Ευρωζώνη, γεγονός που θα σηματοδοτήσει τον περιορισμό του επενδυτικού κενού, δηλαδή της διαφοράς των δύο εν λόγω ποσοστών.




























