Αλευροβιομηχανίες: Τα δύο μέτρα και τα δύο σταθμά του κορωνοϊού

της Μαρίας Μπακοπούλου

Aναμφισβήτητα το αλεύρι ανήκει στα αγαπημένα προϊόντα των Ελλήνων επαγγελματιών, και καταναλωτών. Στη διάρκεια μάλιστα των προηγούμενων μηνών μπήκε σε ακόμα περισσότερα σπίτια λόγω της πανδημίας και του φόβου για κατανάλωση προϊόντων εκτός οικίας.

Σύμφωνα με έρευνα της Nielsen που έλαβε χώρα λίγο πριν ξεκινήσει το lockdown και κατά τη διάρκεια αυτού (24-2 έως 22-03-2020) οι πωλήσεις αλευριού μέσω των σούπερ μάρκετ, σημείωσαν σημαντική αύξηση της τάξης του 141,1% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2019.

Άλλη έρευνα που διενεργήθηκε τον περασμένο Μάιο σε 11 χώρες της ΕΕ, ανάμεσα στις οποίες και η Ελλάδα, κατέδειξε ότι όσοι αναγκάστηκαν να μείνουν σπίτι τους δοκίμασαν νέες συνταγές και πέταξαν λιγότερο φαγητό, κάτι το οποίο φυσικά ευνόησε την κατανάλωση αλεύρων.

Την ίδια στιγμή, ωστόσο… κατέρρευσε η ζήτηση σε σχέση με την κατανάλωση σε χώρους εστίασης και των ξενοδοχείων, τόσο κατά τη διάρκεια της καραντίνας, όσο και στην παρούσα φάση, με την χρήση στον τουρισμό να σημειώνει κατακόρυφη πτώση.

Συρρίκνωση 35% από τουρισμό και εστίαση

Σύμφωνα με πληροφορίες του THECEO.GR από τις εταιρίες, πλέον η ζήτηση αλεύρων από τον χώρο της εστίασης και του τουρισμού έχει συρρικνωθεί σχεδόν στο 35% σε σχέση με πέρυσι, αφού έχουν μειωθεί οι παραγγελίες από ταβέρνες, εστιατόρια, πιτσαρίες κ.ά. ενώ σε ό,τι αφορά το μέτωπο των ξενοδοχείων, όπου στην παρούσα φάση λειτουργούν σχεδόν τα μισά απ’ ό,τι πέρυσι, κατά δήλωση στο THECEO.GR του Προέδρου της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ξενοδόχων Γρηγόρη Τάσιου, η ζήτηση για άλευρα είναι περιορισμένη.

Είναι ενδεικτικό ότι η ζήτηση σε χώρους εστίασης και φιλοξενίας, αλυσίδες γρήγορου φαγητού, σουβλατζίδικα, πιτσαρίες κ.α. έχει μειωθεί στο 1/3, καθώς τα περισσότερα καταστήματα υπολειτουργούν ή είναι κλειστά. Την ίδια ώρα επιβραδυνόμενη βαίνει η επισκεψιμότητα στους φούρνους, με πτώση πωλήσεων κατά μέσον όρο 55%, σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, λόγω του διάχυτου φόβου που υπάρχει στο καταναλωτικό κοινό για πιθανή μόλυνση από μη συσκευασμένα τρόφιμα και της μεγάλης ανόδου του bake off αφού πολλοί καταναλωτές αγοράζουν ψωμί από σούπερ μάρκετ.

Αυτή η αγορά, και όχι τόσο αυτή των σούπερ μάρκετ, είναι που αποφέρει τα μεγάλα κέρδη στις αλευροβιομηχανίες.

Ενδεικτική είναι η πορεία μεγάλων αλευροβιομηχανιών της χώρας που εκτιμούν ότι η ανισότητα στους δύο βασικούς «πόλους» κατανάλωσης αλεύρων θα φέρει μείωση στον τελικό τζίρο της χρονιάς και κατά συνέπεια και στα κέρδη, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις θα επηρεάσει και τα επενδυτικά τους σχέδια.

Μύλοι Λούλη: Εκτιμήσεις για 10% πτώση πωλήσεων στο εξάμηνο

Δύο όψεις είχε η πανδημία για τους Μύλους Λούλη, καθώς η μανία με τα… ζυμωτά προϊόντα σπιτιού από τον φόβο της πανδημίας που είχε πιάσει πολλές νοικοκυρές το προηγούμενο χρονικό διάστημα είχε θετικό αντίκτυπο και κατάφερε να «μαζέψει» τις ζημιές.

Την ίδια στιγμή, πολλοί συνεργαζόμενοι με την εταιρία φούρνοι παρέμειναν ανοικτοί, ενισχύοντας τη ζήτηση αλεύρων, ενώ σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία η εταιρία λάνσαρε μέσω της λιανικής νέα έτοιμα προϊόντα ζύμης για παραγωγή στο σπίτι, τα οποία γνώρισαν ικανοποιητική υποδοχή από το καταναλωτικό κοινό.

Εξάλλου, είναι σημαντικό το γεγονός ότι σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία οι φούρνοι παρέμειναν ανοικτοί, σε αντίθεση με άλλα καταστήματα λιανικής, ενισχύοντας τη ζήτηση αλεύρων.

Ωστόσο, η ελάττωση στις παραγγελίες από εστίαση και τουρισμό αναμένεται να φέρει μείωση πωλήσεων κοντά στο 10% για το πρώτο εξάμηνο του έτους, ενώ η κατάσταση καθυστερεί την έναρξη της επένδυσης της εταιρίας στη Βουλγαρία, η οποία ξεκίνησε να υλοποιείται από το 2018.

Μύλοι Κεπενού: Δεν επηρεάζεται άμεσα

Με κύριο αποδέκτη των προϊόντων της να είναι τα αρτοποιεία, η εταιρία τηρεί στάση αναμονής για την επόμενη ημέρα. Σύμφωνα με πληροφορίες, η πανδημία δεν την επηρεάζει άμεσα, γεγονός που σημαίνει ότι δεν αναμένει σημαντική διαφοροποίηση στον κύκλο εργασιών της για το 2020 σε σχέση με το 2019.

Οι καθαρές πωλήσεις της εταιρίας κατά την χρήση 2019 ανήλθαν σε 33,41 εκατ. ευρώ αυξημένες οριακά 0,38% σε σχέση με τις πωλήσεις της προηγούμενης χρήσης 2018, ενώ τα μικτά κέρδη της ανήλθαν σε 9,73 εκατ. ευρώ, όταν στην προηγούμενη χρήση είχαν ανέλθει σε 8,15 εκατ. ευρώ,

Τα δε κέρδη προ φόρων ανήλθαν σε 1.802.208,41 ευρώ, έναντι 726.907,92 ευρώ της προηγούμενης χρήσης, ενώ τα καθαρά κέρδη μετά από φόρους άγγιξαν το 1.365.722,89 ευρώ έναντι 643.915,60 ευρώ της προηγούμενης χρήσης.