
Η σύγχρονη ψηφιακή δημόσια σφαίρα διαμορφώνεται ολοένα και περισσότερο από δύο αλληλένδετα φαινόμενα. Την disinformation, δηλαδή τη σκόπιμη παραπληροφόρηση ή «αποπληροφόρηση» και τη λεγόμενη disnews, ένα υβριδικό είδος «είδησης» που μιμείται τη δημοσιογραφική μορφή αλλά βασίζεται σε παραποιημένα ή κατασκευασμένα δεδομένα. Ωστόσο, όπως αναδείχθηκε χαρακτηριστικά και στη δημόσια συζήτηση του 11ο Οικονομικού Φόρουμ Δελφών 2026, το ζήτημα της «αποπληροφόρησης» δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη πρόβλημα της ψηφιακής εποχής, αλλά ενδέχεται να συνιστά τη σοβαρότερη απειλή για τις σύγχρονες κοινωνίες.
Ο Χρήστος Ταραντίλης έθεσε το πλαίσιο με σαφήνεια, επισημαίνοντας ότι η «αποπληροφόρηση» αναδεικνύεται, σύμφωνα με διεθνείς μελέτες, ως μεγαλύτερος κίνδυνος ακόμη και από την κλιματική κρίση, τους πολέμους ή την απώλεια θέσεων εργασίας. Η επισήμανση του καθηγητή του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και εταίρου της EY (Ernst & Young) αντανακλά μια βαθύτερη μετατόπιση που έχει να κάνει με το γεγονός ότι η πληροφορία (και η διαστρέβλωσή αυτής) εξελίσσεται σε βασικό πεδίο ισχύος και επιρροής.
Σε αυτό το πλαίσιο, η disinformation δεν περιορίζεται πλέον σε μεμονωμένα ψευδή δημοσιεύματα. Αποτελεί ένα δομικό φαινόμενο που συνδέεται άμεσα με την τεχνητή νοημοσύνη και την ικανότητά της να παράγει περιεχόμενο μεγάλης πειστικότητας. Όπως τόνισε ο ίδιος, η AI λειτουργεί ταυτόχρονα ως εργαλείο αποκάλυψης της αλήθειας και ως μηχανισμός μαζικής παραγωγής ψευδών πραγματικοτήτων. Η ύπαρξη εκατομμυρίων deepfake ηχητικών και βίντεο, καθώς και η δημιουργία πλήρως κατασκευασμένων ψηφιακών «κόσμων», αποδεικνύουν ότι το όριο ανάμεσα στο αληθινό και το τεχνητό έχει καταστεί εξαιρετικά δυσδιάκριτο.
Η ιδιαιτερότητα της σύγχρονης disinformation έγκειται ακριβώς σε αυτή τη διττή φύση της τεχνολογίας. Από τη μία πλευρά, τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης μπορούν να προσφέρουν βαθύτερη κατανόηση και πρόσβαση στη γνώση. Από την άλλη, όταν τροφοδοτούνται με παραπλανητικά ή στρεβλά δεδομένα, μπορούν να αναπαράγουν και να ενισχύουν την παραπληροφόρηση με πρωτοφανή ταχύτητα και κλίμακα. Το αποτέλεσμα είναι ένα περιβάλλον όπου η αξιοπιστία της πληροφορίας δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη.
Και σαν μην έφτανε αυτό. Στο ήδη επιβαρυμένο τοπίο έρχεται να προστεθεί το φαινόμενο της disnews. Μια ορολογίας που μπήκε στην… καθημερινότητά μας πριν από μερικά χρόνια. Πρόκειται για περιεχόμενο που υιοθετεί τη μορφή της δημοσιογραφικής είδησης, αλλά ενσωματώνει ψευδή ή παραποιημένα στοιχεία. Δεν είναι απαραίτητα πλήρως κατασκευασμένο. Συχνά βασίζεται σε αποσπασματικές αλήθειες που πλαισιώνονται με τρόπο παραπλανητικό. Έτσι, καθίσταται πιο δύσκολο να εντοπιστεί και πιο εύκολο να γίνει πιστευτό.
Η διάδοση τέτοιου περιεχομένου ενισχύεται από τη λειτουργία των ψηφιακών πλατφορμών, όπου οι αλγόριθμοι επιβραβεύουν το περιεχόμενο που προκαλεί έντονη συναισθηματική αντίδραση.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η παραπληροφόρηση αποκτά συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι της τεκμηριωμένης δημοσιογραφίας, η οποία απαιτεί χρόνο, διασταύρωση και επαλήθευση. Η ασυμμετρία αυτή οδηγεί σε μια συνθήκη όπου το ψευδές διαδίδεται ταχύτερα από το αληθές, διαμορφώνοντας αντιλήψεις πριν προλάβει να παρέμβει η πραγματικότητα.
Ο Χρήστος Ταραντίλης ανέδειξε και μια κρίσιμη διάσταση του προβλήματος: την ανάγκη για «γνωστική θωράκιση» της κοινωνίας. Η αντιμετώπιση της disinformation δεν μπορεί να περιοριστεί σε τεχνολογικές λύσεις ή θεσμικές παρεμβάσεις. Απαιτείται εκπαίδευση των πολιτών στον ψηφιακό γραμματισμό, ήδη από την παιδική ηλικία, ώστε να κατανοούν πώς κατασκευάζεται ένα deepfake και πώς μπορεί να αποδομηθεί. Χωρίς αυτή τη γνώση, ο πολίτης παραμένει ευάλωτος σε περιεχόμενο που μοιάζει αληθινό αλλά δεν είναι.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε και στις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, όπως η τρίτη ηλικία, η οποία συχνά αδυνατεί να διαχειριστεί την πληθώρα και την αντιφατικότητα των πληροφοριών. Το αποτέλεσμα είναι η αποστασιοποίηση από την ενημέρωση και κατ’ επέκταση από τη δημόσια ζωη, εξέλιξη που πλήττει άμεσα τη δημοκρατική συμμετοχή.
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η συζήτηση για ρυθμιστικά μέτρα, όπως αυτή αναδείχθηκε και στο πάνελ του Φόρουμ με τίτλο Τεχνητή Νοημοσύνη και η Μάχη για την Αλήθεια στην Ψηφιακή Εποχή και στο οποίο εκτός του κ. Ταραντίλη συμμετείχαν μεταξύ άλλων ο υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης Δημήτρης Παπαστεργίου αλλά και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, αποκτά νέα σημασία. Η ανάγκη για ψηφιακή σήμανση περιεχομένου που παράγεται από τεχνητή νοημοσύνη, μέσω υδατογραφημάτων ή ενσωματωμένων μεταδεδομένων, αναδεικνύεται ως βασικό εργαλείο διαφάνειας. Ωστόσο, όπως επισημαίνεται, ακόμη και οι πιο προηγμένες τεχνολογικές λύσεις δεν επαρκούν χωρίς βούληση (κυρίως πολιτική σε ευρωπαϊκό επίπεδο) για την εφαρμογή τους.
Στον πυρήνα του προβλήματος βρίσκεται τελικά ένα βαθύτερο δίλημμα και δεν είναι άλλο από την ευκολία που προσφέρει η τεχνητή νοημοσύνη έναντι της ανθρώπινης κρίσης. Αν, όπως προειδοποιεί ο κ. Ταραντίλης, οι κοινωνίες επιλέξουν να αναθέσουν την αναζήτηση της αλήθειας αποκλειστικά σε αλγοριθμικά συστήματα, τότε ο κίνδυνος δεν είναι μόνο η παραπληροφόρηση, αλλά η σταδιακή υποχώρηση της ίδιας της κριτικής σκέψης.
Και αν το ψηφιακό σήμερα είναι αυτό που βιώνουμε, πώς μπορεί να είναι το αύριο; Η αλήθεια θα μπορεί να είναι δεδομένη; Η «μάχη» θα κριθεί στο πεδίο και στην έκβαση της διαπραγμάτευσης η οποία θα καθορίσει όχι μόνο το μέλλον της ενημέρωσης, αλλά και την ποιότητα μιας Δημοκρατίας που καθημερινά… πληγώνεται με σφοδρότητα από disinformation και disnews.
































