
Η CrediaBank ολοκλήρωσε το 2025 με ιστορικά υψηλές επιδόσεις σε κερδοφορία και εκταμιεύσεις, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική του επιχειρηματικού της μοντέλου και την επιτυχία του μετασχηματισμού που ξεκίνησε πριν από τρία χρόνια. Παράλληλα με τα οικονομικά αποτελέσματα, σημαντικές στρατηγικές εξελίξεις αποτέλεσαν η συνεργασία με την Euronet και η σχεδιαζόμενη εξαγορά της HSBC Malta, υπό την προϋπόθεση των απαραίτητων εποπτικών εγκρίσεων.
Τα επαναλαμβανόμενα κέρδη προ προβλέψεων ανήλθαν σε 82,5 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 88% σε σχέση με το 2024, ενώ τα επαναλαμβανόμενα κέρδη προ φόρων διαμορφώθηκαν σε 57,8 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 93%. Η ισχυρή άνοδος των οργανικών εσόδων και η βελτίωση της αποδοτικότητας συνέβαλαν καθοριστικά σε αυτή την επίδοση. Οι νέες εκταμιεύσεις έφτασαν τα 3,4 δισ. ευρώ (+47%), ξεπερνώντας σημαντικά τον στόχο του επιχειρηματικού σχεδίου, ενώ η καθαρή πιστωτική επέκταση διαμορφώθηκε στο 1,1 δισ. ευρώ.
Τα καθαρά έσοδα από τόκους αυξήθηκαν κατά 58% στα 168,3 εκατ. ευρώ και τα έσοδα από προμήθειες κατά 96% στα 37,2 εκατ. ευρώ. Οι καταθέσεις ανήλθαν σε 6,8 δισ. ευρώ (+11%), με ισχυρούς δείκτες ρευστότητας. Παρά την ενσωμάτωση της Παγκρήτια Τράπεζα, ο δείκτης κόστους προς έσοδα βελτιώθηκε στο 63,5%, ενώ ο δείκτης NPE διαμορφώθηκε στο 2,9%. Ο δείκτης CET1 ανήλθε στο 11%, πάνω από το εποπτικό όριο.
******
Το νέο επιχειρησιακό σχέδιο της Τράπεζα Πειραιώς για την περίοδο 2026-2030 προβλέπει ισχυρή ανάπτυξη τραπεζικών εργασιών, εσόδων από ασφάλειες και διαχείριση περιουσίας, με στόχο αύξηση των κερδών ανά μετοχή κατά περίπου 10% ετησίως. Στην πενταετία η τράπεζα σχεδιάζει συνολικές διανομές μερισμάτων ύψους 5 δισ. ευρώ, χωρίς πρόγραμμα επαναγοράς μετοχών, ενώ επιδιώκει υπερδιπλασιασμό του μερίσματος ανά μετοχή από 0,40 ευρώ το 2025 σε περίπου 0,80 ευρώ το 2030. Παράλληλα, στοχεύει σε συνολική απόδοση προς τους μετόχους περίπου 13% ετησίως.
Η στρατηγική της τράπεζας περιλαμβάνει διατήρηση ισχυρής κεφαλαιακής θέσης, με δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας περίπου 13,5% έως το 2030, καθώς και σημαντική βελτίωση αποδοτικότητας, με δείκτη κόστους προς έσοδα κοντά στο 30%. Το αναπτυξιακό πλάνο βασίζεται στην εκτίμηση ότι η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να αναπτύσσεται με ρυθμούς υψηλότερους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Οι βασικοί στόχοι περιλαμβάνουν αύξηση του δανειακού χαρτοφυλακίου από 37 δισ. ευρώ το 2025 σε 56 δισ. ευρώ το 2030, ενίσχυση των καταθέσεων από 66 δισ. σε 76 δισ. ευρώ και άνοδο των υπό διαχείριση κεφαλαίων από 14,5 δισ. σε πάνω από 20 δισ. ευρώ. Παράλληλα, ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ανάπτυξη του bancassurance μέσω της ενσωμάτωσης της Εθνική Ασφαλιστική, η οποία αναμένεται να ολοκληρωθεί έως το 2027.
Η τράπεζα επενδύει επίσης στην τεχνολογία και την τεχνητή νοημοσύνη για βελτίωση παραγωγικότητας και εξοικονόμηση κόστους, με περισσότερες από 50 εφαρμογές GenAI που θα ενισχύσουν τόσο την αποδοτικότητα όσο και τη δημιουργία νέων εσόδων.
******
Ο οίκος αξιολόγησης Scope Ratings προβλέπει σταθερές προοπτικές για τον ελληνικό τραπεζικό κλάδο το 2026, επισημαίνοντας ότι οι τράπεζες στηρίζονται στην ισχυρή κερδοφορία, τη βελτίωση της ποιότητας ενεργητικού και την ενίσχυση της κεφαλαιακής τους θέσης. Μετά από μια δεκαετία αναδιαρθρώσεων, οι ελληνικές τράπεζες συγκαταλέγονται πλέον στις πιο κερδοφόρες της Ευρώπης, έχοντας τους ισχυρότερους ισολογισμούς από την περίοδο της κρίσης χρέους.
Η πιστωτική επέκταση στην Ελλάδα ήταν από τις υψηλότερες στην Ευρώπη τα τελευταία δύο χρόνια, κυρίως λόγω της χρηματοδότησης μεγάλων επιχειρήσεων, και αναμένεται να συνεχιστεί το 2026. Παράλληλα, η καταναλωτική πίστη και τα στεγαστικά δάνεια εμφανίζουν ανοδική τάση, υποστηριζόμενα από τη βελτίωση της αγοράς εργασίας, τη μείωση των επιτοκίων και τα κρατικά προγράμματα στήριξης.
Ο οίκος εκτιμά ότι η κερδοφορία θα ενισχυθεί περαιτέρω, καθώς η αύξηση εσόδων και η μείωση πιστωτικών ζημιών θα αντισταθμίσουν τις πιέσεις από χαμηλότερα επιτοκιακά περιθώρια και υψηλότερο κόστος. Η μέση απόδοση επί των σταθμισμένων στοιχείων ενεργητικού των συστημικών τραπεζών – Alpha Bank, Eurobank, Εθνική Τράπεζα και Τράπεζα Πειραιώς – αναμένεται να αυξηθεί στο 3% το 2026.
Παράλληλα, η ανάπτυξη προμηθειών μέσω bancassurance, διαχείρισης πλούτου και νέων τραπεζικών δραστηριοτήτων θα παραμείνει ισχυρή. Ωστόσο, πιθανοί κίνδυνοι προέρχονται από γεωπολιτικές εξελίξεις, πιθανή επιβράδυνση της οικονομίας ή διορθώσεις στις αγορές. Συνολικά, το κόστος κινδύνου εκτιμάται κοντά στις 50 μονάδες βάσης, ενώ η ποιότητα ενεργητικού εμφανίζει βελτιωμένη εικόνα.





























