Γιατί η Επιτροπή Ανταγωνισμού επιχειρεί να αλλάξει τα κριτήρια επιλογής υποθέσεων που ερευνά

Η Επιτροπή Ανταγωνισμού υπό το νέο πρόεδρο καθηγητή Ιωάννη Λιανό έθεσε σε διαβούλευση μέχρι τις 11 Νοεμβρίου 2019 κείμενο για την αναθεώρηση της μεθοδολογίας και των κριτηρίων της κατά προτεραιότητα εξέτασης των υποθέσεων που χειρίζεται και ερευνά.

Η πρωτοβουλία της Επιτροπής μπορεί να θεωρηθεί αμφίσημη λόγω της πολιτικής αντιπαράθεσης στο πρόσωπο της τέως προέδρου κυρίας Βασιλικής Θάνου η οποία είχε προταθεί από την Κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ αλλά αντικαταστάθηκε (ή καλύτερα εκδιώχθηκε με νομοθετική ρύθμιση) από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας με τον Ιωάννη Λιανό και των αντιδράσεων στην εξέταση υποθέσεων όπως για παράδειγμα η περίπτωση Μυτιληναίου-ΕΛΜΙΝ-IMERYS που μνημονεύτηκε χωρίς ονόματα στη Βουλή από τον υπουργό Επικρατείας Παναγιώτη Πικραμένο) η περίπτωση της εταιρείας διανομής ημερήσιου και περιοδικού τύπου Αργος αλλά και η πιθανολογούμενη εξαγορά της εταιρείας Forthnet από την Alter Ego του επιχειρηματία Βαγγέλη Μαρινάκη.

Οι λόγοι πολλοί:
1. Η διαδικασία της διαβούλευσης προϋποθέτει διαφάνεια. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού εξέδωσε ανακοίνωση στις 25 Οκτωβρίου 2019 ότι προχωρεί σε διαβούλευση μέχρι τις 11 Νοεμβρίου 2019 για την αλλαγή των κριτηρίων και καλεί «τους ενδιαφερόμενους φορείς και επιχειρήσεις ή και μεμονωμένα πρόσωπα να καταθέσουν τις απόψεις τους».
Τίθεται τα ερωτήματα:
Πως θα ενημερωθούν οι ενδιαφερόμενοι φορείς και επιχειρήσεις και πως τα μεμονωμένα άτομα για την διαδικασία; Από μια απλή ανακοίνωση στον ιστότοπο της Επιτροπής Ανταγωνισμού; Δεν θα έπρεπε η διαβούλευση να γίνει στο σχετικό διαδικτυακό τόπο των διαβουλεύσεων;
Πως οι απόψεις που θα διατυπωθούν θα τύχουν διαφάνειας και δημόσιας θέας, όπως γίνεται με τις αναρτήσεις στον ειδικό ιστότοπο των διαβουλεύσεων;
2. Η διαδικασία της διαβούλευσης προϋποθέτει ειδική γνώση. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού θέτει ως στόχο την μεγιστοποίηση του αποτελέσματος με το μκρότερο δυνατό κόστος. Είναι δυνατό οι αποδέκτες να γνωρίζουν συγκεκριμένα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τις διάφορες υποθέσεις ώστε να τα λάβουν υπόψη τους;
3. Θεωρητικά μία υπόθεση που αφορά μία κάθετη σύμπραξη (π.χ αφορά συννενήση δύο μεμονομένων επιχειρήσεων που η μία αποτελεί προμηθευτή ή πελάτη της άλλης) είναι περιορισμένης σημασίας κατά την Επιτροπή Ανταγωνισμού. Τί γίνεται όμως όταν οι εταιρείες συμμετέχουν ευρύτερα σε αγορές, όπως είναι η Κεφαλαιαγορά και εποπτεύονται από άλλες αρχές;
4. Τί θα γίνει με τις υφιστάμενες υποθέσεις που ερευνά η Επιτροπή Ανταγωνισμού. Θα ξαναχαράξει διαχωριστικές γραμμές με αποτέλεσμα κάποιες υποθέσεις να υποβαθμιστούν;
5. Δεν θα ήταν προτιμότερο για να μην κατηγορηθεί η Επιτροπή Ανταγωνισμού για επιλεκτική μεταχείριση (περιπτώσεις που έχουν και πολιτικό ενδιαφέρον), πρώτα να διρευνηθούν όλες οι εκκρεμείς υποθέσεις και μετά τα τεθούν τα όποια νέα κριτήρια προτεεραιοποίησης;

Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Επιτροπής Ανταγωνισμού η αλλαγή στον τρόπο κατηγοριοποίησης των υποθέσεων έχει στόχο να μεγιστοποιηθεί το αποτέλεσμα με το μικρότερο κόστος. Έτσι θέλει να δώσει έμφαση στη διερεύνηση και εξέταση υποθέσεων με εκτιμώμενο συστημικό αποτέλεσμα σε κρίσιμους τομείς της οικονομίας, όπως είναι οι καρτελικές συμπράξεις και η κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, καθώς και υποθέσεις που σχετίζονται με το δημόσιο συμφέρον. Επίσης θα δώσει έμφαση στα ποιοτικά αποδεικτικά στοιχεία, συνυπολογίζοντας τον κίνδυνο παραγραφής των υποθέσεων.

Η ανακοίνωση της Επιτροπής Ανταγωνισμού

ΘΕΜΑ: ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΡΙΤΗΡΙΩΝ ΤΗΣ ΚΑΤΑ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΕΞΕΤΑΣΗΣ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΩΝ ΣΤΟΧΩΝ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ

Στο πλαίσιο προτεραιοποίησης των υποθέσεων και διαμόρφωσης των στρατηγικών στόχων της Επιτροπής Ανταγωνισμού, που προβλέπεται στον ν. 3959/2011 «Περί Ελεύθερου Ανταγωνισμού» (άρθ. 14 § 2 εδ. ιδ’ περ. αα), η Επιτροπή Ανταγωνισμού (εφεξής Ε.Α.) θέτει σε δημόσια διαβούλευση το ακόλουθο κείμενο και καλεί τους ενδιαφερόμενους φορείς και επιχειρήσεις ή και μεμονωμένα πρόσωπα να καταθέσουν τις απόψεις τους.

Η Ε.Α., στο πλαίσιο της προτεραιοποίησης της δράσης της και έχοντας υπόψιν:

Την ανάγκη επικαιροποίησης των κριτηρίων της κατά προτεραιότητα εξέτασης των υποθέσεων, ως αυτά καθορίστηκαν με την υπ’ αριθ. 525/VΙ/2011απόφαση της Ε.Α., και ποσοτικοποιήθηκαν με την υπ’ αριθ. 616/2015 απόφαση της Ε.Α.,
Την εμπειρία που αποκτήθηκε μετά από τέσσερα χρόνια εφαρμογής του συστήματος προτεραιοποίησης της υπ’ αριθ. 616/2015 απόφασης της Ε.Α.,
Την ανάγκη εντατικοποίησης της προσπάθειας της Ε.Α. για αποτελεσματικό χειρισμό των υποθέσεων,
Την ανάγκη της Ε.Α. να δώσει έμφαση στη διερεύνηση και εξέταση υποθέσεων βαρύνουσας σημασίας ή/και με εκτιμώμενο συστημικό αποτέλεσμα σε κρίσιμους τομείς της οικονομίας, όπως οι καρτελικές συμπράξεις και η κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης,
Το γεγονός ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία των ενωσιακών δικαστηρίων, η Ε.Α. δεν είναι υποχρεωμένη να προσδίδει τον ίδιο βαθμό προτεραιότητας στις καταγγελίες που υποβάλλονται, αλλά μπορεί να προσδίδει διαφορετικό βαθμό προτεραιότητας σε αυτές, βάσει αντικειμενικών και διαφανών κριτηρίων που εξειδικεύουν το δημόσιο συμφέρον,
Τις επιταγές και εξελίξεις της ενωσιακής νομοθεσίας που επήλθαν με την Οδηγία 2019/1 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ECN+) αφενός για την παροχή αρμοδιοτήτων στις Αρχές Ανταγωνισμού των κρατών μελών ώστε να επιβάλλουν αποτελεσματικότερα τους κανόνες του δικαίου του ελεύθερου ανταγωνισμού και αφετέρου για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς,
Τους περιορισμένους ανθρώπινους πόρους της Ε.Α. και την ανάγκη απελευθέρωσης ανθρωπίνων πόρων για τη διερεύνηση υποθέσεων μέσω στοχευμένων αυτεπάγγελτων ερευνών, οι οποίες, βάσει στατιστικών στοιχείων, οδηγούν κατά κύριο λόγο στον εντοπισμό των σημαντικότερων παραβάσεων του δικαίου του ελεύθερου ανταγωνισμού
ορίζει τα κάτωθι κριτήρια αξιολόγησης προτεραιότητας κάθε υπόθεσης:

Κεντρικός στόχος του επικαιροποιημένου συστήματος προτεραιοποίησης (εφεξής και «Ε.Σ.Π.») είναι η ενίσχυση της αποδοτικότητας, και της με αυτή συναρτώμενης αποτελεσματικότητας, της λειτουργίας της Ε.Α. υπό το πρίσμα της προστασίας του δημοσίου συμφέροντος, κατά τρόπο ώστε να προκρίνονται προς διερεύνηση υποθέσεις υψηλής αποδοτικότητας, ήτοι υποθέσεις που μεγιστοποιούν τα προς επίτευξη αποτελέσματα και ελαχιστοποιούν τα κόστη για την πραγματοποίηση των αποτελεσμάτων αυτών.

Στο πλαίσιο του Ε.Σ.Π., ο βαθμός προτεραιότητας κάθε υπόθεσης καθορίζεται βάσει της αναλογίας του αντικτύπου της, όπως αυτός ορίζεται με βάση σειρά αντικειμενικών και διαφανών κριτηρίων, που αποτυπώνονται αμέσως κατωτέρω, προς την οικονομία χρόνου και πόρων που επιτυγχάνεται βάσει της αξίας των διαθέσιμων σχετικώς αποδεικτικών στοιχείων.

Ειδικότερα, για την επίτευξη αντίκτυπου στην αγορά, δίδεται έμφαση στη διερεύνηση υποθέσεων/πρακτικών:
που αφορούν σε οριζόντιες συμπράξεις καρτελικής φύσης και σε καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης, έναντι των περιορισμών του ανταγωνισμού που προκαλούν χαμηλότερο αντίκτυπο, όπως, επί παραδείγματι, οι κάθετες συμπράξεις, οι οποίες συχνά συνιστούν την πλειοψηφία των αποφάσεων της Ε.Α. Για το σκοπό αυτό, διαφοροποιούνται οι οριζόντιες συμπράξεις επιχειρήσεων καρτελικής φύσης και οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων από τις συμφωνίες που εμπίπτουν στην έννοια της συμφωνίας οριζόντιας συνεργασίας[1], καθώς εκτιμάται ότι είναι λιγότερο πιθανό οι τελευταίες να έχουν αντίστοιχο αντίκτυπο στην αγορά με τις οριζόντιες συμπράξεις καρτελικής φύσης. Αντίστοιχα διαφορετικό βαθμό προτεραιότητας λαμβάνουν οι κάθετες συμπράξεις που ενσωματώνουν περιορισμούς του ανταγωνισμού ιδιαίτερης σοβαρότητας ή και οι κάθετες συμπράξεις με σωρευτικό/πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα, ενώ διαχωρίζονται περαιτέρω οι κάθετες συμφωνίες που ενσωματώνουν περιορισμούς του ανταγωνισμού ιδιαίτερης σοβαρότητας στο πλαίσιο συστημάτων δικαιόχρησης, που τίθενται υπόψη της Ε.Α. από ενώσεις καταναλωτών, με τις οποίες η Ε.Α. διατηρεί θεσμική συνεργασία, που αφορούν σε είδη καίριας σημασίας, κριτήριο το οποίο αποσαφηνίζεται, μέσω του Ε.Σ.Π., ως προς τις παραμέτρους που λαμβάνονται υπόψη και συνεκτιμώνται για την εφαρμογή του, που εκτείνονται και σε άλλο κράτος μέλος της ΕΕ ή καλύπτουν το σύνολο ή σημαντικό μέρος της ελληνικής επικράτειας. Μέσω του Ε.Σ.Π., αποσαφηνίζεται ο όρος «σημαντικό τμήμα της ελληνικής επικράτειας»[2],
που αφορούν σε καινοφανή ή καίρια νομικά ζητήματα, τα οποία χρήζουν αποσαφήνισης ή ασκούν επίδραση στη συνεργασία με έτερα μέλη του Ευρωπαϊκού Δικτύου Αρχών Ανταγωνισμού, για τη συνεκτική εφαρμογή της κείμενης ενωσιακής νομολογίας. Για το σκοπό της επίτευξης παιδευτικού ρόλου και αποτρεπτικού αποτελέσματος εκ των παρεμβάσεων της Ε.Α., συμπεριλαμβάνεται, βάσει του Ε.Σ.Π., για τους σκοπούς εφαρμογής του παρόντος κριτηρίου, η ύπαρξη Αίτησης Επιείκειας που πληροί τους όρους και τις προϋποθέσεις για την υπαγωγή στο Πρόγραμμα.
Περαιτέρω, για την επίτευξη μέγιστης οικονομίας χρόνου και ανθρώπινων πόρωνκαι της βέλτιστης αποτελεσματικότητας λαμβάνει χώρα, βάσει του Ε.Σ.Π., ποιοτική διαβάθμιση των διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων, ώστε να αποδίδεται μικρότερη βαρύτητα σε υποθέσεις, στο πλαίσιο των οποίων υφίσταται ένα minimum στοιχείων που κατατείνουν στην τεκμηρίωση της παράβασης, και μεγαλύτερη βαρύτητα σε υποθέσεις με στοιχεία υψηλής αποδεικτικής αξίας που καθιστούν την τεκμηρίωση της παράβασης εξαιρετικά πιθανή.
Επίσης, με στόχο την εξάλειψη του κινδύνου παραγραφής της δυνατότητας της Ε.Α. να επιβάλει κυρώσεις κατ’ άρθρο 42 Ν. 3959/2011, εισάγεται, μέσω του Ε.Σ.Π., η χρήση ενός συντελεστή επικείμενης παραγραφής, ο οποίος θα εφαρμόζεται εγκαίρως, ώστε να προωθούνται στη σειρά προτεραιότητας υποθέσεις που αφορούν σε παραβάσεις, των οποίων επίκειται η παραγραφή.
Εξάλλου, για την αποτελεσματικότερη άσκηση των αρμοδιοτήτων της Ε.Α., λαμβάνονται υπόψη, στο πλαίσιο του Ε.Σ.Π., παράγοντες που συντείνουν στην, υπό προϋποθέσεις, μη έναρξη ή μη συνέχιση της έρευνας, εφόσον πρόκειται για υποθέσεις:
για τις οποίες η Ε.Α. δεν έχει αρμοδιότητα επιβολής κυρώσεων λόγω παραγραφής της παράβασης κατά το χρόνο υποβολής της καταγγελίας ή έναρξης της αυτεπάγγελτης έρευνας, για τις οποίες η παρέμβαση της Ε.Α. θα ήταν αναποτελεσματική και η είσπραξη τυχόν επιβαλλόμενου προστίμου εξαιρετικά δυσχερής λόγω της λύσης των ερευνώμενων επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων, της θέσης τους σε εκκαθάριση, της κήρυξής τους σε πτώχευση, της υπαγωγής τους σε διαδικασία συνδιαλλαγής, πτωχευτικού συμβιβασμού ή σε άλλες παρόμοιες διαδικασίες, σε χρόνο εύλογο από την υποβολή της καταγγελίας ή την έναρξη της αυτεπάγγελτης έρευνας και υπό σειρά προϋποθέσεων που διασφαλίζουν ότι δεν υφίσταται ιδιαίτερος λόγος διερεύνησής τους όπως π.χ. η ως άνω υπό 1. v. περίπτωση (καίρια και καινοφανή νομικά ζητήματα, κλπ), που αφορούν σε κάθετες συμπράξεις, οι οποίες δεν ενσωματώνουν περιορισμούς ιδιαίτερης σοβαρότητας ή δεν έχουν σωρευτικό – πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα, εφόσον δεν υφίσταται κατά τα ανωτέρω υπό 1. v. ιδιαίτερος λόγος για τη διερεύνησή τους, που αφορούν σε ενδεχόμενες παραβάσεις, οι οποίες έχουν παύσει κατά το χρόνο υποβολής της καταγγελίας ή έναρξης της αυτεπάγγελτης έρευνας, εφόσον, μεταξύ άλλων, τα υπό εξέταση πραγματικά περιστατικά παρέχουν στην Ε.Α. δικαιολογημένα τη δυνατότητα να θεωρήσει ότι τυχόν βλαπτικά του ανταγωνισμού αποτελέσματα δε διατηρούνται και, επιπλέον, δεν υφίσταται, ο κατά τα ανωτέρω υπό 1. v., ιδιαίτερος λόγος για τη διερεύνησή τους, ως προς τις οποίες, τυχόν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού έχουν ήδη αρθεί ή μπορούν, λόγω της φύσης τους, να αρθούν είτε χωρίς παρέμβαση της Ε.Α., π.χ. μέσω ανάληψης νομοθετικής πρωτοβουλίας, είτε με παρέμβαση της Ε.Α., μέσω γνωμοδότησης ή κανονιστικής παρέμβασης, υποθέσεις για πρακτικές, για τις οποίες η Ε.Α. έχει ήδη διαπιστώσει παράβαση, έχει επιβάλει κυρώσεις ή έχει κρίνει ότι δε συνιστούν παράβαση και η απόφαση της Ε.Α έχει τελεσιδικήσει. Η ίδια αντιμετώπιση επιφυλάσσεται και για πρακτικές που αφορούν σε διαφορετική χρονική περίοδο ή και σε διαφορετική σχετική αγορά από αυτή που καταλαμβάνει η απόφαση της Ε.Α., υπό την προϋπόθεση ότι τα αποδεικτικά στοιχεία και τα πραγματικά περιστατικά ταυτίζονται κατά βάση, και εφόσον η Ε.Α. έχει τη δυνατότητα να θεωρήσει ότι οι συμπεριφορές των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων έχουν παύσει ή μεταβάλλονται προς μια κατεύθυνση που επιλύει τα ενδεχόμενα προβλήματα ανταγωνισμού, καταγγελίες που αφορούν κατά κύριο λόγο σε διαφορές ιδιωτικού δικαίου και όχι στην προστασία του δημοσίου συμφέροντος, ακόμη και αν αφορούν σε τυχόν παραβάσεις των κανόνων του ελεύθερου ανταγωνισμού, ανεξαρτήτως του εάν εκκρεμεί ή όχι κατά το χρόνο υποβολής τους ενώπιον της Ε.Α. αντίστοιχο ένδικο βοήθημα ή μέσο ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, καταγγελίες στις περιπτώσεις που ο εντοπισμός του καταγγέλλοντος/των καταγγελλόντων είναι αδύνατος (επί παραδείγματι, λόγω αλλαγής των στοιχείων επικοινωνίας τους), παρά τις σχετικές τεκμηριωμένες προσπάθειες της Ε.Α..
Παρακαλούμε τους αποδέκτες στην παρέμβασή τους να περιλάβουν το όνομα και τα πλήρη στοιχεία επικοινωνίας του φορέα/της επιχείρησης/του φυσικού προσώπου (ηλεκτρονική και ταχυδρομική διεύθυνση, τηλέφωνο), καθώς και τον κλάδο της αγοράς στον οποίο τυχόν δραστηριοποιούνται.

Για την καλύτερη διαχείριση των στοιχείων, προκρίνεται η ηλεκτρονική αποστολή των θέσεων των συμμετεχόντων προσώπων στην παρακάτω ηλεκτρονική διεύθυνση της Επιτροπής Ανταγωνισμού [email protected] με την ένδειξη «Διαβούλευση κριτηρίων μοριοδότησης».

Ως καταληκτική ημερομηνία για την υποβολή θέσεων ορίζεται η Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2019.

[1] Ανακοίνωση της Επιτροπής- Κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή του άρθρου 101 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας (2011/C 11/01)

[2] Με βάση την οδηγία ΕΕ 2004/C 101/07 (παρ. 90), οριοθετείται σε πρώτο στάδιο το γεωγραφικό τμήμα που καλύπτεται από την ερευνώμενη πρακτική και στη συνέχεια εξετάζεται με τα διαθέσιμα στοιχεία εάν οι πωλήσεις (σε όρους ποσοτήτων ή αξίας) που επιτυγχάνονται στο τμήμα αυτό αντιπροσωπεύουν σημαντική αναλογία των ποσοτήτων ή αξίας των πωλήσεων των σχετικών προϊόντων σε επίπεδο εθνικής αγοράς.