
Η UBS εξακολουθεί να βλέπει την Ελλάδα ως μία από τις πιο ανθεκτικές οικονομίες της Ευρωζώνης, ωστόσο το νέο της report για τις προοπτικές της οικονομίας το 2026 και το 2027 αποτυπώνει έναν πιο προσεκτικό τόνο απέναντι στους κινδύνους που δημιουργεί το ενεργειακό σοκ και η γεωπολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή.
Ο οικονομολόγος της UBS, Gyorgy Kovacs, προχωρά σε ήπια υποβάθμιση της πρόβλεψης για την ανάπτυξη του 2026, μειώνοντας την εκτίμηση στο 2,2%, κατά 20 μονάδες βάσης, εξαιτίας της υψηλότερης πορείας των τιμών ενέργειας.
Παρά τη μικρή αναθεώρηση, ο ελβετικός οίκος δεν αλλάζει το βασικό αφήγημα για την ελληνική οικονομία, καθώς θεωρεί ότι η ανάπτυξη εξακολουθεί να στηρίζεται σε τρεις ισχυρούς πυλώνες: τον τουρισμό, τις επενδύσεις που χρηματοδοτούνται από τα ευρωπαϊκά κονδύλια και τις ακόμη ευνοϊκές δημοσιονομικές συνθήκες.
Η αφετηρία της οικονομίας παραμένει ισχυρή. Το ελληνικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,4% σε ετήσια βάση το τέταρτο τρίμηνο του 2025, επιταχύνοντας από το 2,1% του προηγούμενου τριμήνου.
Στο βασικό της σενάριο, η UBS προβλέπει ανάπτυξη 2,1% το 2025, 2,2% το 2026 και 1,8% το 2027, εκτιμώντας ότι η Ελλάδα περνά πλέον σε μια πιο ώριμη αλλά ακόμη θετική φάση οικονομικής επέκτασης.
Το ονομαστικό ΑΕΠ αναμένεται να αυξηθεί από περίπου €248 δισ. το 2025 στα €261 δισ. το 2026 και στα €273 δισ. το 2027, στοιχείο που αποτυπώνει τη συνεχιζόμενη μεγέθυνση της οικονομίας, παρά την επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης.
Η UBS δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην ποιότητα της ανάπτυξης. Η ιδιωτική κατανάλωση, που αυξήθηκε κατά 2% το 2025, αναμένεται να επιβραδυνθεί στο 1% το 2026, πριν ανακάμψει στο 1,5% το 2027.
Αντίθετα, οι επενδύσεις παραμένουν ο βασικός μοχλός της οικονομίας, με αύξηση 8,9% το 2025 και 9% το 2026. Ωστόσο, ο οίκος βλέπει πτώση 4% το 2027, εξέλιξη που θεωρείται κρίσιμη, καθώς αποτυπώνει την εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας από τη δυναμική του Ταμείου Ανάκαμψης και των ευρωπαϊκών πόρων.
Σύμφωνα με την UBS, οι εισροές από τα ευρωπαϊκά ταμεία για την περίοδο 2021-2027 βρίσκονται σε επίπεδα αισθητά υψηλότερα από προηγούμενους κύκλους χρηματοδότησης, ενώ οι δαπάνες του Ταμείου Ανάκαμψης κορυφώνονται μέσα στο 2026, πλησιάζοντας το 5% του ΑΕΠ.
Ο οίκος εκτιμά ότι το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, οι επιχορηγήσεις και τα δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης συνεχίζουν να στηρίζουν έντονα τις κατασκευές, τις υποδομές και την επιχειρηματική δραστηριότητα.
Ο δεύτερος μεγάλος πυλώνας ανάπτυξης παραμένει ο τουρισμός. Η UBS σημειώνει ότι το 2026 ξεκίνησε ιδιαίτερα δυναμικά, με ταξιδιωτικές εισπράξεις άνω του €1 δισ. στο δίμηνο Ιανουαρίου – Φεβρουαρίου, ενώ οι αφίξεις από το εξωτερικό αυξήθηκαν κατά 42,3% σε ετήσια βάση τον Φεβρουάριο σε κινητό μέσο τριών μηνών.
Τα τουριστικά έσοδα κινούνται πλέον σε επίπεδα αισθητά υψηλότερα από την προ πανδημίας περίοδο, πλησιάζοντας τα €25 δισ., γεγονός που — σύμφωνα με την UBS — εξηγεί γιατί η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να εμφανίζει ανθεκτικότητα παρά το ενεργειακό σοκ.
Ωστόσο, η τράπεζα προειδοποιεί ότι η κρίση στη Μέση Ανατολή προσθέτει βραχυπρόθεσμη αβεβαιότητα στις προοπτικές του τουριστικού κλάδου.
Στο μέτωπο του πληθωρισμού, η UBS εμφανίζεται πιο επιφυλακτική. Ο γενικός δείκτης τιμών αυξήθηκε στο 3,9% τον Μάρτιο, από 2,7% τον Φεβρουάριο, κυρίως λόγω της ανόδου στο κόστος μεταφορών και ενέργειας.
Η τράπεζα προβλέπει μέσο πληθωρισμό 3% το 2026, έναντι 2,5% το 2025, πριν υποχωρήσει στο 2,4% το 2027.
Η αγορά εργασίας συνεχίζει να στηρίζει την οικονομία, με την ανεργία να υποχωρεί στο 8,5% το πρώτο τρίμηνο του 2026, από 9,5% ένα χρόνο πριν. Η UBS εκτιμά περαιτέρω μείωση στο 7% το 2026 και στο 6,5% το 2027.
Η αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 6,1% σε ετήσια βάση στηρίζει την κατανάλωση, αλλά — όπως σημειώνει ο οίκος — διατηρεί ανοιχτό και τον κίνδυνο δευτερογενών πληθωριστικών πιέσεων.
Ιδιαίτερα θετική παραμένει και η εικόνα της τραπεζικής χρηματοδότησης. Τον Μάρτιο του 2026, τα δάνεια προς μη χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις αυξήθηκαν κατά 10,9%, τα καταναλωτικά κατά 7,7% και τα στεγαστικά κατά 1,1%.
Παράλληλα, ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων υποχώρησε στο 3,3% το τέταρτο τρίμηνο του 2025, επιβεβαιώνοντας — σύμφωνα με την UBS — ότι οι ελληνικές τράπεζες λειτουργούν πλέον ως μοχλός ανάπτυξης και όχι ως πηγή συστημικού κινδύνου.
Η δημοσιονομική εικόνα παραμένει επίσης από τα ισχυρότερα χαρτιά της χώρας. Η UBS προβλέπει πρωτογενές πλεόνασμα 4,3% του ΑΕΠ το 2025 και 2,9% τόσο το 2026 όσο και το 2027.
Το δημόσιο χρέος εκτιμάται ότι θα μειωθεί από 145% του ΑΕΠ το 2025 στο 138% το 2026 και στο 133% το 2027, διατηρώντας τη θετική τροχιά αποκλιμάκωσης.
Παράλληλα, η Ελλάδα διατηρεί επενδυτική βαθμίδα από τους μεγάλους οίκους αξιολόγησης, ενώ η απόδοση του δεκαετούς ελληνικού ομολόγου κινείται κοντά στο 3,91%, στοιχείο που δείχνει ότι οι αγορές εξακολουθούν να εμπιστεύονται τη δημοσιονομική σταθερότητα της χώρας.
































