Τα σχέδια Orcel – Ψάλτη για την επόμενη ημέρα, πρωτογενή πλεονάσματα 2,1% έως το 2029 “βλέπει” το ΔΝΤ και απαισιόδοξοι οι Έλληνες για το βιοτικό τους επίπεδο

Κύκλο εντατικών επαφών με τη διοικητική ομάδα της UniCredit, με αντικείμενο την περαιτέρω προώθηση της συνεργασίας των δύο μερών, είχε η διοίκηση της Alpha Bank στο Μιλάνο. Στο πλαίσιο αυτών των συναντήσεων, οι διευθύνοντες σύμβουλοι των δύο Ομίλων, Andrea Orcel και Βασίλης Ψάλτης, παραχώρησαν κοινή συνέντευξη στο Bloomberg, έξι μήνες μετά την ανακοίνωση της μεταξύ τους συμφωνίας.

Η σύμπραξη με την Alpha Bank πηγαίνει καλά και η συνεργασία θα μπορούσε να εξελιχθεί σε κάτι πολύ ευρύτερο από την εμπορική συμφωνία διάθεσης προϊόντων και υπηρεσιών που είχε αρχικά σχεδιαστεί. Μετά τη δημιουργία της τρίτης μεγαλύτερης τράπεζας στη ρουμανική αγορά, οι δύο Όμιλοι δεν αποκλείεται να συνεργαστούν ακόμα και για μία εξαγορά στη χώρα μετά την ολοκλήρωση της συγχώνευσης των δύο θυγατρικών τους, δήλωσε ο A.Orcel στην κοινή συνέντευξη με τον διευθύνοντα σύμβουλο του Ομίλου Alpha Bank, Β. Ψάλτη. «Δηλώνουμε και οι δύο τη δέσμευσή μας στη Ρουμανία, μας ενδιαφέρει η αγορά της, βλέπουμε και οι δύο μεγάλη αξία εκεί», ανέφερε ο κ. Orcel. «Εάν και εφόσον υπάρξει ευκαιρία, θα εξετάζαμε να προχωρήσουμε από κοινού σε εξαγορές».

Για την Alpha Bank, της οποίας τα σχέδια ανάπτυξης στη Ρουμανία μπήκαν στον πάγο κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, η συμφωνία ήταν ένας τρόπος να αποκομίσει αξία, ενώ παράλληλα διατηρεί την επένδυσή της σε μια μεγαλύτερη πλέον τράπεζα, η οποία θα εξυπηρετεί τους Έλληνες πελάτες της που δραστηριοποιούνται στη χώρα, δήλωσε ο κ. Ψάλτης. «Η Ρουμανία είναι μια μεγάλη αγορά», είπε, προσθέτοντας ότι η επέκταση στη χώρα θα επιδιωχθεί «από κοινού». Στο πλαίσιο της συμφωνίας που ανακοινώθηκε τον Οκτώβριο, η UniCredit συμφώνησε να αγοράσει το 9% των μετοχών που κατείχε το ΤΧΣ στην Alpha Bank μαζί με το πλειοψηφικό πακέτο μετοχών της ρουμανικής θυγατρικής της Alpha Bank, την οποία σχεδιάζει να συγχωνεύσει με τη δική της θυγατρική στη χώρα. Οι δύο πλευρές έχουν επίσης συνάψει συνεργασία για τη δημιουργία κοινοπρακτικού σχήματος διανομής τραπεζοασφαλιστικών προϊόντων στην Ελλάδα.

«Είμαι πολύ, πολύ ευχαριστημένος με αυτή τη συμφωνία», ανέφερε ο κ. Orcel, χαρακτηρίζοντας την αγορά μειοψηφικού πακέτου μετοχών στην Alpha ως «πιλότο» για νέες αγορές στις οποίες δεν ανταγωνίζεται άμεσα κάποια άλλη τράπεζα. «Μπορεί να υπάρξουν και άλλες αγορές στην κεντρική Ανατολική Ευρώπη στις οποίες μας ενδιαφέρει να αναπτυχθούμε άμεσα. Εάν μπορώ να το επαναλάβω με εταίρους που έχουν νόημα για την UniCredit, θα το κάνω».

Οι δύο διευθύνοντες σύμβουλοι συναντήθηκαν στα κεντρικά γραφεία της UniCredit για ένα διήμερο workshop με σκοπό την ενίσχυση της συνεργασίας και τη διαμόρφωση κοινής ατζέντας. Ο κ. Ψάλτης βρέθηκε στο Μιλάνο με μια ομάδα περίπου 20 στελεχών του, ενώ στις συνεδριάσεις της κοινής συντονιστικής επιτροπής, σχεδίασαν τα επόμενα βήματα για την εφαρμογή της συμφωνίας. Άλλη μία συνάντηση προγραμματίζεται για το καλοκαίρι στην Αθήνα.

*******

Πρωτογενές πλεόνασμα 2,1% του ΑΕΠ εφέτος και μείωση του δημόσιου χρέους κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες στο 158,8% του ΑΕΠ προβλέπει για την Ελλάδα το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) στην έκθεσή του για τις δημοσιονομικές εξελίξεις (Fiscal Monitor). Μάλιστα, το πρωτογενές πλεόνασμα αναμένεται να διατηρηθεί στο 2,1% του ΑΕΠ έως το 2029 που είναι ο χρονικός ορίζοντας των προβλέψεων του Ταμείου.

Αν ληφθούν υπόψη και οι τόκοι για το δημόσιο χρέος, προβλέπεται δημοσιονομικό έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης 0,9% του ΑΕΠ εφέτος, το οποίο θα αυξηθεί σταδιακά στο 1,4% το 2029.

Στο σύνολο της Ευρωζώνης, αναμένεται πρωτογενές έλλειμμα 1,2% του ΑΕΠ εφέτος, το οποίο θα μειωθεί σταδιακά στο 0,2% το 2029, ενώ το συνολικό δημοσιονομικό έλλειμμα προβλέπεται να μειωθεί από 3,5% στο 2,3% του ΑΕΠ, αντίστοιχα.

Τα πρωτογενή πλεονάσματα θα επιτρέψουν τη σταθερή μείωση του δημόσιου χρέους της Ελλάδας τα επόμενα χρόνια, με το ύψος του να υποχωρεί στο 138,8% του ΑΕΠ το 2029. Το ίδιο έτος, το δημόσιο χρέος της Ευρωζώνης προβλέπεται να είναι ελαφρά μειωμένο στο 87,7% του ΑΕΠ από 88,6% το 2023. Ειδικότερα, για το ελληνικό δημόσιο χρέος εκτιμά ότι θα μειωθεί στο 152% το 2025 και θα υποχωρήσει στο 148,1% του ΑΕΠ το 2026.

Τα έσοδα της γενικής κυβέρνησης προβλέπεται να μειωθούν σταδιακά από 46,8% του ΑΕΠ φέτος στο 43,7% το 2029, ενώ οι δαπάνες της γενικής κυβέρνησης θα μειωθούν από το 47,7% του ΑΕΠ στο 45,1%, αντίστοιχα.

Υπενθυμίζεται ότι στις εαρινές προβλέψεις του, το ΔΝΤ «βλέπει» ανάπτυξη 2% φέτος και 1,9% το 2025 στην Ελλάδα, ενώ στο μέτωπο του πληθωρισμού, το Ταμείο εκτιμά ότι από 4,2% το 2023 θα μειωθεί φέτος στο 2,7% και θα συνεχίζει να περιορίζεται, στο 2,1% το 2025.

*******

Οι Έλληνες εμφανίζονται απαισιόδοξοι σε σχέση με την εξέλιξη του βιοτικού επιπέδου τους τα επόμενα πέντε χρόνια σύμφωνα σύμφωνα με την τελευταία δημοσκόπηση «Ευρωβαρόμετρο».

Το 48% των Ελλήνων (32% στην ΕΕ) πιστεύει ότι το βιοτικό επίπεδο του θα μειωθεί, το 35% ότι δεν θα αλλάξει (49% στην ΕΕ) και μόνο το 13% ότι το βιοτικό επίπεδο θα βελτιωθεί (15% στην ΕΕ).

Επίσης, οι Έλληνες (74%), οι Γάλλοι (69%) και οι Κύπριοι (63%) είναι αυτοί που σε μεγαλύτερο ποσοστό στην ΕΕ δηλώνουν ότι το βιοτικό τους επίπεδο τα τελευταία πέντε χρόνια επιδεινώθηκε. Κατά μέσο όρο το 45% των πολιτών στην ΕΕ δηλώνουν ότι επιδεινώθηκε το βιοτικό τους επίπεδο και το 49% ότι παρέμεινε αμετάβλητο.

Για το μέλλον της ΕΕ «αισιόδοξο» δηλώνει το 53% των Ελλήνων και το 61% των ευρωπαίων, ενώ «απαισιόδοξο» το 43% των Ελλήνων και το 35% των Ευρωπαίων. Οι πλέον απαισιόδοξοι για το μέλλον της ΕΕ εμφανίζονται οι Γάλλοι (52%).

Στην ερώτηση «τι εικόνα έχετε για την ΕΕ;», το 39% των Ελλήνων, έναντι 47% των ευρωπαίων απαντούν «θετική». «Ουδέτερη», απαντά το 41% των Ελλήνων, έναντι 36% των ευρωπαίων και «αρνητική» το 20% των Ελλήνων και το 17% των ευρωπαίων.

Επίσης, το 38% των Ελλήνων και το 40% των ευρωπαίων θεωρεί ότι ο ρόλος της ΕΕ τα τελευταία χρόνια έχει γίνει πιο σημαντικός στον κόσμο, ενώ το 43% των Ελλήνων και το 35% των ευρωπαίων θεωρεί ότι παρέμεινε ο ίδιος. Στους αντίποδες, το 18% των Ελλήνων και το 22% των ευρωπαίων θεωρεί ότι ο ρόλος της ΕΕ στον κόσμο έγινε λιγότερο σημαντικός.